Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Το «πυρηνικό» διαπραγματευτικό όπλο και άλλες ανοησίες *


Αυτό που προβάλλει σαν βάθρο των πολιτικών επιλογών του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ακράδαντη πεποίθηση που εκδηλώνουν οι επιτελείς του πως οι ευρωπαίοι ιθύνοντες ούτε θέλουν ούτε «μπορούν» να μας βγάλουν από Ευρώ, ΟΝΕ, ΕΕ. Την πεποίθησή τους αυτή την στηρίζουν.
α)Στο νέο πολιτικό κλίμα και τάσεις που διαμορφώνονται στην Ευρώπη και συνολικά στον κόσμο.
β)Στο ότι κατά την άποψή τους δεν υπάρχει νομικά τρόπος αποβολής μιας χώρας από ΟΝΕ, ΕΕ με βάση τις συνθήκες και το νομικό πλαίσιο που συγκροτούν.
γ)Στο ότι το κόστος για τις χώρες της ΟΝΕ, της ΕΕ αλλά και συνολικά για το σύστημα θα είναι τόσο μεγάλο ώστε «δεν θα τολμήσουν» να προχωρήσουν σε μια τέτοια κίνηση.

Σε σχέση με αυτά και όσον αφορά το πρώτο αναφερθήκαμε μόλις προηγούμενα στο αν και πόση υπόσταση έχουν και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβουμε. Ως προς το δεύτερο, αυτό για το οποίο καταρχάς αναρωτιόμαστε είναι το τι «βλάβες» μπορεί να προκαλεί η ανέλπιστη (και για τους ίδιους) εκλογική τους εκτίναξη. Όσο μας αφορά και πάλι θα προσπεράσουμε τη νομική διάσταση του ζητήματος μια και ελάχιστα μας απασχολεί το αν νομικά στέκει η άποψη του ΣΥΡΙΖΑ ή εκείνων που υποστηρίζουν το ακριβώς αντίθετο.
Από τη μεριά μας γνωρίζουμε πολύ καλά ότι οι νομικές ρυθμίσεις-δεσμεύσεις αποτελούν κατά κύριο λόγο έκφραση και αποτύπωμα πολιτικών βουλήσεων. Αν λοιπόν οι πολιτικές βουλήσεις αλλάξουν, οι νομικοί θεσμοί δεν αποτελούν τόσο ισχυρό φραγμό όσο αφελώς φαντάζονται ορισμένοι. Αν δηλαδή οι πολιτικές ηγεσίες των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων καταλήξουν -για οποιουσδήποτε λόγους- ότι ή πρέπει να αποβληθεί η Ελλάδα, τότε θα βρουν και τους πρακτικούς, πολιτικούς αλλά και νομικούς τρόπους να υλοποιήσουν τις αποφάσεις τους. Όλα τα άλλα είναι απλώς του αέρος.
Εκείνο συνεπώς που μένει να διεκδικεί κάποια υπόσταση είναι το τρίτο. Αυτό που αναφέρεται στο κόστος που μπορεί να έχει και για τους άλλους μια αποβολή ή αποχώρηση της Ελλάδας από ΟΝΕ ή και ΕΕ.
Και εδώ χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα ζητήματα.
α)Όσο μας αφορά, όχι σήμερα αλλά εδώ και πολύ καιρό, έχουμε διατυπώσει την άποψη ότι η ένταξη σειράς μικρότερων χωρών στον ιμπεριαλιστικό συνασπισμό της ΕΕ έχει έναν βασικό σκοπό. Το να αποτελούν το ευρύ πεδίο εκμεταλλευτικής δράσης του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου. Άρα όντως οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές δεν έχουν κατ’ αρχάς κανένα λόγο (το αντίθετο) να διώξουν καμιά χώρα.
β)Σε σχέση με την ΟΝΕ, ένα δηλαδή πιο κλειστό ευρωπαϊκό κλαμπ, ισχύουν παραπλήσια πράγματα. Η υιοθέτηση του Ευρώ (με τις όποιες ατέλειές του ως νόμισμα) έχει επίσης ωφελήσει πολλαπλώς τις ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Επιπροσθέτως χρειάζεται να διευκρινιστεί ότι συνολικά η ΕΕ (και όχι μόνο η ΟΝΕ ή ορισμένες ισχυρές χώρες) αποτελούν την ευρεία βάση στήριξης που πέραν των άλλων προσδίδει υπόσταση στο ευρώ. Συνεπώς και από αυτή την πλευρά υπάρχουν σοβαροί λόγοι που κάνουν ανεπιθύμητη την έξοδο οποιασδήποτε χώρας.
γ)Σαφέστατα και είναι σωστή η εκτίμηση που αναφέρεται στην οικονομική και ειδικότερα διατραπεζική διασύνδεση τόσο των χωρών της ΟΝΕ-ΕΕ όσο και γενικότερα. Έχουν επίσης βάση οι απόψεις που θεωρούν πως η κατάρρευση-χρεοκοπία μιας χώρας είναι πιθανό να προκαλέσει αλυσιδωτές αρνητικές επιπτώσεις μεγαλύτερες ίσως και από αυτές που προκάλεσε η κατάρρευση της Leman το 2008. Γι’ αυτό άλλωστε και οι ανησυχίες, γι’ αυτό τα μέτρα που παίρνονται, γι’ αυτό και οι πιέσεις συμμόρφωσης και πειθάρχησης.
Αυτά είναι σε γενικές γραμμές που κάνουν τους ιθύνοντες του ΣΥΡΙΖΑ να πιστεύουν ότι κρατούν στα χέρια τους ένα «πυρηνικό όπλο» και στα πλαίσια μιας «ισορροπίας τρόμου» όπως αρέσκονται να την χαρακτηρίζουν. Ένα «απόλυτο» διαπραγματευτικό χαρτί με το οποίο πιστεύουν ότι μπορούν κι αυτοί με τη σειρά τους να εκβιάσουν τους ισχυρούς.

Η άρνηση της -καπιταλιστικής- πραγματικότητας
Μόνο που στις σφαίρες που αιωρούνται πλέον «ξεχνάν» ορισμένα πράγματα.
Το καπιταλιστικό σύστημα δεν υφίσταται για να κάνει παροχές ή να ανακουφίζει τους εργαζόμενους αλλά για να τους εκμεταλλεύεται.
Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν υπάρχουν για να «βοηθούν» τις εξαρτημένες χώρες αλλά να τις ληστεύουν.
Η ΕΕ δεν συστάθηκε για να προωθεί την ισομερή ανάπτυξη των μετεχουσών χωρών αλλά το ακριβώς αντίθετο. Την κατοχύρωση και διεύρυνση της ανισομέρειας που επιτρέπει στις ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις να εκμεταλλεύονται πολλαπλώς τις άλλες χώρες της ΕΕ.
Η ΟΝΕ δεν συγκροτήθηκε για να παρέχει κεφάλαια στις εξαρτημένες χώρες αλλά -πέραν των άλλων- για να διαμορφώνει όρους ροής κεφαλαίων από αυτές προς τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις.
Το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα που διαμορφώθηκε εδώ και δεκαετίες δεν έγινε για να υπηρετεί την παγκόσμια ανάπτυξη αλλά για να λειτουργεί σαν μηχανισμός ροής αξιών απ’ όλο τον κόσμο προς τα ιμπεριαλιστικά κέντρα.
Αυτά δεν αποτελούν συγκυριακές επιλογές ή αποτελέσματα αποφάσεων κάποιων κυβερνήσεων που μπορεί να αναιρεθούν από επόμενες. Αποτελούν στοιχεία συγκρότησης των βάσεων ύπαρξης και κυριαρχίας του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος που δεν είναι «διαπραγματεύσιμα».
Συμπερασματικά συνεπώς σε σχέση με όλα αυτά. Οι ιθύνοντες του συστήματος πράγματι ανησυχούν. Πράγματι παίρνουν μέτρα και είναι διατεθειμένοι να πάρουν κι άλλα για να μην τους συμβεί κάποιο «ατύχημα» ή για να το αντιμετωπίσουν εφόσον συμβεί. Δεν είναι ωστόσο καθόλου διατεθειμένοι να κάνουν υποχωρήσεις που να υπονομεύουν τα βάθρα του συστήματος, που να αναιρούν τους λόγους για τους οποίους υπάρχει, που να ακυρώνουν τις βασικές στρατηγικές του κατευθύνσεις.
Αυτό υπογραμμίζεται και από το γεγονός ότι «αδυνατούν» να πάρουν μέρα αντιμετώπισης των συνολικότερων αδιεξόδων του συστήματος, ευρύτερων και κρισιμότερων διαστάσεων από το «ελληνικό ζήτημα». Όχι επειδή «παραλογίζονται» ή «πεισμώνουν» αλλά επειδή -όπως ήδη έχουμε αναφέρει- αυτό σκοντάφτει στις ίδιες τις αντινομίες, αντιφάσεις και αντιθέσεις του συστήματος. Όποιοι λοιπόν φαντάζονται ότι έχουν διαφορετικά τα πράγματα, απλώς ζουν σ’ έναν δικό τους κόσμο και αυτό που τους μέλλεται είναι να προσγειωθούν ανώμαλα. Και το να προσγειωθούν μόνο αυτοί μπορεί να ‘ναι και καλό, το να συμπαρασύρουν όμως κι έναν κόσμο είναι απόλυτα αρνητικό.
Με βάση όλα αυτά, είναι καθαρό ότι η υπόσταση και σημασία των σημείων στήριξης της πολιτικής του που προβάλλει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν οδηγούν πουθενά αλλού παρά σε μια λογική ανα-διαπραγμάτευσης. Σ’ αυτό συνηγορούν τόσο η συνολική κατάσταση και οι συνθήκες μέσα στις οποίες τίθεται το ζήτημα, όσο και τα χαρακτηριστικά του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ σαν πολιτικού οργανισμού με συγκεκριμένη ιστορική διαδρομή και απόψεις. Απ’ εκεί και πέρα το πού «συναντιέται»και πού διαφέρει με τις αντίστοιχες λογικές (ανα-διαπραγμάτευσης) της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, της ΔΗΜΑΡ και των «Ανεξάρτητων» μένει να το δούμε.
Όπως και να ‘χει το εκλογικό δίλημμα παίρνει πλέον την μορφή τού ποια πολιτική δύναμη ή συνασπισμός δυνάμεων (κεντροδεξιός ή κεντροαριστερός) θα αναλάβει να την φέρει εις πέρας.

Δεν υπάρχουν εύκολοι δρόμοι
Αν αυτή είναι η επικρατέστερη εκδοχή, γεγονός είναι ότι «πλανάται» και μια άλλη που συνδέεται με την ρητορική στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Με τις μεγαλόστομες διακηρύξεις για ανεξαρτητοποίηση της χώρας, απελευθέρωση του λαού από τα δεσμά, αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας-εξουσίας κ.ά.
Το πρώτο που θα ‘χαμε να παρατηρήσουμε σε σχέση με αυτά είναι ότι ζητήματα τέτοιας τάξης δεν είναι από εκείνα που τα θέτει κανείς «ολίγον». Ή τα θέτει ή δεν τα θέτει.
Το δεύτερο ότι αυτά τα ζητήματα δεν ανήκουν στην σφαίρα της διαπραγμάτευσης αλλά της αναμέτρησης με τις δυνάμεις του συστήματος.
Το τρίτο, ότι μια αναμέτρηση τέτοιου χαρακτήρα έχει τους δικούς της όρους, προϋποθέσεις και απαιτήσεις.
Όταν λοιπόν υπάρχει η διακηρυγμένη δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ περί παραμονής σε ΕΕ-ΟΝΕ αυτό σημαίνει πως ούτε ζήτημα ανεξαρτησίας τίθεται, ούτε λαϊκής εξουσίας και τα συναφή.
Ταυτόχρονα σημαίνει ότι δεν προτίθεται να προχωρήσει σε αναμέτρηση με τις δυνάμεις του συστήματος αλλά παραμένει στο έδαφος της διαπραγμάτευσης.
Όσον αφορά τώρα το τρίτο και κρίσιμο ζήτημα που αφορά τους όρους και τις απαιτήσεις που θέτει μια τέτοια αναμέτρηση, πιθανόν και οι επιτελείς του ΣΥΡΙΖΑ (τουλάχιστον ορισμένοι) να έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται τις διαστάσεις που έχει το ζήτημα που τίθεται αλλά και τα δικά τους όρια.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι έχουν αρχίσει, όπως οι προηγούμενοι πολιτευτάδες να μιλούν για «καμένη γη» και «άδεια ταμεία» που θα παραλάβουν αν γίνουν κυβέρνηση κ.λπ. (Αλήθεια, χτες το ανακάλυψαν αυτό;)

Ψεύτικα και αληθινά διλήμματα 
Με αυτούς λοιπόν τους όρους βαδίζουμε προς εκλογές όπου το δίλημμα που τίθεται για το λαό είναι να επιλέξει ποιος από τους δύο πολιτικούς σχηματισμούς (κεντροδεξιός ή κεντροαριστερός) θα αναλάβει τη νέα διαπραγμάτευση με τους «εταίρους μας». Ωστόσο είτε στη μια είτε στην άλλη περίπτωση τα πραγματικά προβλήματα του λαού θα μείνουν αναπάντητα και οι προσδοκίες του ανεκπλήρωτες. Και εδώ είναι που προβάλλει το σημαντικότερο ζήτημα. Το ότι ο λαός δεν είναι ακόμα σε θέση να θέσει τα δικά του διλήμματα και με τους δικούς του όρους. Το ότι η πάλη του δεν έχει φτάσει ακόμα σ’ εκείνα τα επίπεδα συγκρότησης που χρειάζονται ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας τέτοιας αναμέτρησης.
Ακόμη περισσότερο, το ότι με αυτούς τους όρους και για όσο διάστημα συνεχίζουν να ισχύουν, οι αγώνες του θα «κεφαλαιοποιούνται» πολιτικά από ρεφορμιστικές ή και αστικές δυνάμεις.
Και εδώ αναδείχνονται ορισμένα ερωτήματα.
Πώς φτάσαμε σ’ ένα τέτοιο σημείο; Ποιες οι ευθύνες των δυνάμεων που αναφέρονται στην αριστερά; Ποιο ρόλο έπαιξε το ότι αυτές οι δυνάμεις (σχεδόν στο σύνολό τους) ιεραρχούσαν σε πρώτο πλάνο την κοινοβουλευτική τους «πάλη» ενώ αντίθετα, εμπόδιζαν, υπονόμευαν την κατεύθυνση συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων στα πεδία αντίστασης και πάλης; Είναι εν τέλει αναπόφευκτο να περάσουμε και από ένα τέτοιο στάδιο; Αυτό είναι ένα ερώτημα στο οποίο ο καθένας μπορεί να δώσει τη δική του απάντηση. Εκείνο στο οποίο η απάντηση είναι δεδομένη, είναι ότι όπως και να ‘χει οφείλουμε αν το ξεπεράσουμε. Έτσι ή αλλιώς, το πρόβλημα για τον λαό και το κίνημα θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά τις εκλογές, όποιος και αν κερδίσει.
Αυτό σημαίνει ορισμένα πράγματα. Πρώτο και βασικό ότι οφείλουμε να κατανοήσουμε την πραγματικότητα που βιώνουμε. Ότι κινούμαστε στο πεδίο της αναμέτρησης ανάμεσα στις δυνάμεις του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος από τη μια και τον κόσμο της δουλειάς, συνολικά τους λαούς από την άλλη. Μιας αναμέτρησης που εξελίσσεται εδώ και χρόνια που θα συνεχιστεί και θα καθορίσει την μορφή του κόσμου για όλη την επόμενη ιστορική περίοδο. Μια αναμέτρηση την οποία οι δυνάμεις του συστήματος την αντιμετωπίζουν με τον πιο συνειδητό, συγκροτημένο και ανελέητο τρόπο, με όλες τις δυνατότητες και μηχανισμού που διαθέτουν.
Οφείλουμε συνεπώς να κατανοήσουμε ότι μόνο σε ανάλογη βάση μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε. Ότι δεν υπάρχουν εύκολες, ανώδυνες και γρήγορες λύσεις. Ότι οφείλουμε να συγκρουστούμε με απόψεις και δυνάμεις που δημιουργούν τέτοιου είδους αυταπάτες. Ότι εν τέλει δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις μια τέτοιας αναμέτρησης αν δεν προχωρήσουμε αποφασιστικά στην κατεύθυνση της ολόπλευρης συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων μέσα στην πάλη και μέσα από την πάλη.

*το τρίτο και τελευταίο μέρος του άρθρου με τίτλο: Να ανοίξουμε δικούς μας δρόμους